- γενικώτερα
- γενικόςbelonging to: neut nom /voc /acc comp pl
Morphologia Graeca. 2013.
Morphologia Graeca. 2013.
γενικωτέρα — γενικωτέρᾱ , γενικός belonging to fem nom/voc/acc comp dual γενικωτέρᾱ , γενικός belonging to fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γενικωτέρᾳ — γενικωτέρᾱͅ , γενικός belonging to fem dat comp sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γενικώτερα — γενικός belonging to neut nom/voc/acc comp pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γενικωτέρας — γενικωτέρᾱς , γενικός belonging to fem acc comp pl γενικωτέρᾱς , γενικός belonging to fem gen comp sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γενικωτέραν — γενικωτέρᾱν , γενικός belonging to fem acc comp sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
γενικωτέραις — γενικός belonging to fem dat comp pl γενικωτέρᾱͅς , γενικός belonging to fem dat comp pl (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)